Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Η πρωτεύουσα των προσφύγων

Ο Γ. Ιωάννου με τον Ηλία Πετρόπουλο και την γυναίκα του, το ζεύγος Λουκά Βενετούλα, και τον Βασίλη Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη, 1964. Πηγή: www.lifo.gr
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ


Η αίσθηση της παλαιότητας και της μεγαλοσύνης, καθώς προέρχεται κυρίως από τον κονιορτό, χαρίζει στους Θεσσαλονικιούς, τους αληθινούς Θεσσαλονικιούς, τους μη μολυσμένους με επιθυμίες ανόδου στην κρατική μηχανή, που το κανάλι της περνάει πάντα μέσα απ’ την Αθήνα, χαρίζει μια αίσθηση ματαιότητας και μια μακαριότητα αριστοκρατική.
Είναι η βεβαιότητα για την ομορφιά της μάταιης αυτής ζωής. Λέγω για την ομορφιά, για τη νοστιμιά της ζωής, που όμως κατά βάθος είναι φευγαλέα. Η ελληνική ψυχή είναι πολύ πιο συσφαιρωμένη εδώ επάνω. Ζωηρή μα και λίγο απαισιόδοξη. Συναισθηματική αλλά όχι επιπόλαιη.
Πριν όμως μπούμε στο μεγάλο και ακανθώδες για τον ομιλητή τουλάχιστο, πεδίο των Θεσσαλονικέων ανθρώπων, πρέπει, νομίζω, να πούμε δυο λόγια για τον φωτισμό, για την ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης, όχι μόνο γιατί είναι μέγας συντελεστής μαγείας, αλλά και γιατί έχουμε ακούσει και διαβάσει τόσα πολλά και υπερβολικά για την ατμόσφαιρα άλλων τόπων, ώστε πρέπει κι εμείς ν’ αρχίσουμε να μιλάμε για τα δικά μας. Καιρός να διαβάζουν και για μας και μάλιστα για υπαρκτά φαινόμενα.
Στη Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, ο ήλιος ανατέλλει από τη μεριά που ορίζεται από τον Χορτιάτη και δύει πάνω από τις εκβολές των ποταμών, πίσω περίπου από τον Κίσσαβο. Αυτά, βέβαια, μέσα σ’ ένα τόξο, ανάλογα με τις εποχές. Τα χρώματα και το φως της ανατολής είναι χρώματα ορεινά ή μάλλον ημιορεινά, καθώς τα όρη είναι πολύ μέτρια. Χρώματα απαλά, θέλω να πω, να δίνουν μια μάλλον δροσερή όψη προς τη μεριά της ανατολής. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει βαριά χρωματισμένη ανατολή. Αντίθετα, έχει εξαιρετικά θεαματική δύση.
Τα βουνά, πίσω από τα οποία δύει ο ήλιος, βρίσκονται πολύ μακριά, και εκτός αυτού έχουν μπροστά τους εκτάσεις μεγάλες με νερά, νερά της θάλασσας και νερά των ποταμών, που εκεί μεριά εκβάλλουν. Οι υδρατμοί τους, ακόμα και τις μέρες που δεν έχει συννεφιά, χρωματίζουν κατά τρόπο συναρπαστικό τον ορίζοντα. Αλλά το σπουδαιότερο μάλλον και το οποίο δίνει μια μυθική έννοια στην εικόνα της Θεσσαλονίκης είναι η αχλύς, η ελαφριά καταχνιά που πλανιέται. Και σε πολλά άλλα μέρη, ιδίως μη ελληνικά, πλανιέται και καταχνιά και ομίχλη και πούσι και άλλες πολλές θολούρες, μα εδώ είναι εξαιρετικά καλά, «καλά» δηλαδή για το ανθρώπινο μάτι και την ψυχή – συγκερασμένη η ποσότητα της καταχνιάς, ώστε ούτε εξαιρετικά πυκνή και θολή να είναι, ούτε καταθλιπτική και εξοντωτική. Υπηρετεί μόνον, θαρρείς, τη γοητεία, τη διάσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πράγματα, ανάμεσα στους ανθρώπους και τους ανθρώπους.
Η ελαφριά καταχνιά στην ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης, που βέβαια ορισμένες φορές είναι και πυκνή, οπότε μιλούμε για ομίχλη – προτρέπει σε κάποιο συμμάζεμα, κάποια συλλογή, τους ανθρώπους που ζούνε εντός της και την αναπνέουνε, με αποτέλεσμα, καθώς εγώ νομίζω, να επιδρά, μαζί με πολλά άλλα πράγματα, στο χαρακτήρα, τον γενικότερο χαρακτήρα των Θεσσαλονικέων. Κι επειδή εγώ ενδιαφέρομαι ή οφείλω να ενδιαφέρομαι περισσότερο για τα λογοτεχνικά, δεν θα παραλείψω σ’ αυτό το σημείο να πω, ότι η λεγόμενη Λογοτεχνική Σχολή της Θεσσαλονίκης, της οποίας την ύπαρξη ματαίως ορισμένοι αρνούνται, έχει κάτι, κάποιον επηρεασμό στην έκφρασή της, καθώς και στην κίνηση του στοχασμού και της ματιάς της, από αυτές ακριβώς τις καιρικές, τις καλοσυγκερασμένες για εσωτερική πνευματική ζωή καιρικές συνθήκες που επικρατούν σ’ αυτήν εδώ την πόλη, και της χαρίζουν όχι μονάχα γοητεία, μα και διαποτίζουν τα κτίρια και τα πράγματα με μια πατίνα του καιρού, που τα δένει μεταξύ τους και τα ομορφαίνει και τα δίνει μια διάσταση παλαιότητας, ώστε να σκεπάζονται πολλές ασκήμιες.

Η πρωτεύουσα των προσφύγων, Εκδόσεις Κέδρος

Γιώργος Ιωάννου
Ο Γιώργος Ιωάννου (20 Νοεμβρίου 1927 – 16 Φεβρουαρίου 1985) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες της μεταπολεμικής εποχής. Ο Γιώργος Ιωάννου (ψευδώνυμο και στη συνέχεια κατοχυρωμένο νομικά ονοματεπώνυμο του Γεωργίου Σορολόπη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Νοέμβριο του 1927. Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και υπηρέτησε για ένα διάστημα ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας. Από το 1960 εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο Ελληνικό Γυμνάσιο στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου. Πέθανε στα 57 του χρόνια, από νοσοκομειακή λοίμωξη που επήλθε μετά από μια απλή επέμβαση στον προστάτη.
Το 1954 εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή Ηλιοτρόπια και εννιά χρόνια αργότερα ακολούθησε η συλλογή Τα χίλια δέντρα. Κύρια λογοτεχνική ενασχόληση όμως του Ιωάννου υπήρξε η πεζογραφία, προς την οποία στράφηκε οριστικά από το 1964 με την έκδοση μιας συλλογής 22 πεζογραφημάτων με τίτλο Για ένα φιλότιμο και όπου καθιέρωσε ένα εντελώς προσωπικό ύφος και τρόπο γραφής, από το οποίο επηρεάστηκαν αρκετοί μεταγενέστεροι συγγραφείς.
anthologio.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: