Στέλλα Αρώνη
Πέρασε ήδη μισός αιώνας από τότε που σίγησε η «αψεγάδιαστη» φωνή της Edith Piaf. Με αυτή την αφορμή δε θα μπορούσε το Παρίσι κι ολόκληρος ο κόσμος να ξαναθυμηθούν τα τραγούδια και την ανεπανάληπτη χροιά της. (Το official page του MusicPaper.gr -εδώ- τιμά την Edith Piaf και στο «ακριβώς» κάθε ώρας θυμάται ένα από τα τραγούδια που ερμήνευσε κι έχουν χαραχτεί στη μνήμη μας με τη φωνή της).
Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς την «πόλη του φωτός» και να μην την συνδυάσει με τη φωνή της Edith Piaf. Τις τελευταίες μέρες το Παρίσι αποτύει φόρο τιμής στο «σπουργιτάκι» και σ’όλες τις γωνιές της πόλης, σε κάθε καφέ και μπαρ, ακούει κανείς τα πιο γνωστά τραγούδια της Piaf, που παρά την πάροδο 50 και πλέον χρόνων δεν έχουν χάσει καθόλου από τη λάμψη, τη δυναμική τους και την επίκληση στο συναίσθημα του κάθε ακροατή.
Η Edith Piaf γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, στον αριθμό 72 της οδού Belleville, στο 20 διαμέρισμα του Παρισιού, μια καθαρά εργατική και φτωχική γειτονιά. Ο πατέρας της, Louis Gassion, ήταν ακροβάτης σε πλανόδιο τσίρκο και η μητέρα της, Anita Maillard, ήταν τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Αδύναμοι κι οι δύο να μεγαλώσουν ένα παιδί, την εγκατέλειψαν από μωρό σχεδόν στις γιαγιάδες της, και τα παιδικά της χρόνια βρέθηκε να τα περνάει μέσα στον οίκο ανοχής της γιαγιάς της.
Το 1919 η Edith αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και τυφλώνεται. Μετά από δύο χρόνια όμως θεραπεύεται, χωρίς ιατρική βοήθεια και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν εφτά χρονών, όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο σε όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της η Edith άρχισε να τραγουδάει στους δρόμους. Αν και ο πατέρας της ήθελε να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα κατάλαβε πως η κόρη του είχε «όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο σώμα» – όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος. Στα 15, έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, εγκατέλειψε τον πατέρα της για να ζήσει στο Παρίσι, τραγουδώντας στους δρόμους. Στα 17, συναντά τον Louis Dupont, ζουν μαζί και σε ένα χρόνο, και το 1933, κάνουν ένα κοριτσάκι, τη Marchelle, που πεθαίνει από μηνιγγίτιδα σε ηλικία 2 ετών. Η Piaf συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Πιγκάλ. όπου και γνωρίζει τον Louis Leplée, διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της υπογράφει συμβόλαιο μαζί της και τη βαφτίζει «Môme Piaf» (Μικρό Σπουργίτι). Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου και τη γερμανική κατοχή, δίνει συναυλίες για αιχμάλωτους πολέμου. Στα τέλη του 1945, γράφει μόνη της την τεράστια επιτυχία της La vie en rose, που στην αρχή περνά αδιάφορη. Καθ’ όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια και ανάγεται στην πιο σημαντική παρουσία που υπήρξε ποτέ στη γαλλική σκηνή των βαριετέ.
Είχε πολλά ερωτικά ειδύλλια (Raymond Asso, Yves Montand, Ζωρζ Μουστακί κ.α. που δε μάθαμε ποτέ) με μεγαλύτερό της έρωτα, τον μποξέρ Marcel Cerdan, που βρήκε τραγικό θάνατο σε αεροπορικό δυστύχημα το 1949. Η Piaf βυθίζεται σε κατάθληψη. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία, και μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη, στην οποία εθίζεται και παράλληλα με τον εθισμό της στο αλκοόλ η υγεία της επιδεινώνεται αισθητά. Ακολούθησαν δύο γάμοι, ένας το 1952 με τον Jacques Pills, με τον οποίο χώρισε το 1957 και ένας το 1962, όταν παντρεύτηκε τον κατά 20 χρόνια νεότερό της κομμωτή, που αργότερα αναδείχθηκε σε τραγουδιστή και ηθοποιό, τον ελληνικής καταγωγής Θεοφάνη Λαμπούκα που του έδωσε το ψευδώνυμο Théo Sarapo (το επίθετο στα γαλλικά προφέρεται όπως το «σ’αγαπώ»), και με τον οποίο έζησε μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν κατέρρευσε πάνω στη σκηνή, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στην Στοκχόλμη, γνωρίζει ότι πάσχει από καρκίνο βαριάς μορφής. Η ημερομηνία του θανάτου της δεν είναι ακριβής. Λέγεται ότι πέθανε στο εξοχικό της σπίτι στη γαλλική Ριβιέρα, στις 10 Οκτωβρίου του 1963, και ο τότε σύζυγός της, Théo Sarapo, τη μετέφερε κρυφά στο Παρίσι, όπως του είχε ζητήσει η ίδια, για να γραφτεί ως τόπος θανάτου της η πόλη της, όπου και ανακοινώθηκε τελικά ο θάνατός της μία ημέρα αργότερα στις 11 Οκτωβρίου. Έτσι όλοι οι θαυμαστές της έμαθαν ότι η Piaf πέθανε στην πόλη που της έδινε έμπνευση όλα αυτά τα χρόνια. (Ο Θεοφάνης έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο του 1970 σε τροχαίο δυστύχημα και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Père Lachaise στο Παρίσι δίπλα στην Piaf και την κόρη της Marcelle, τον καρπό του έρωτα της με τον Louis Dupont, η οποία πέθανε στα 2 της χρόνια από μηνιγγίτιδα. Στον τάφο τους γράφει "Η αγάπη όλα τα νικά".)
Η Καθολική Εκκλησία της Γαλλίας αρνήθηκε να τελέσει νεκρώσιμη ακολουθία για την Edith Piaf, λόγω του άστατου βίου της και τις καταχρήσεις της (αλκοόλ, ναρκωτικά κλπ). Όπως έγραψε τότε η εφημερίδα του Βατικανό Osservatore Romano, ο λόγος ήταν ότι έζησε μία ζωή «διαρκούς αμαρτίας και δημοσίας αιδούς». Ωστόσο, περισσότεροι από 100.000 θαυμαστές της, οδήγησαν την τέφρα της στο παρισινό κοιμητήριο Père Lachaise, στο Παρίσι, δίπλα στον πατέρα της και την κόρη της. Ενώ το αξιοθαύμαστο είναι ότι η εκκλησία στην οποία βαφτίστηκε τέλεσε στις 10 Οκτωβρίου επιμνημόσυνη δέηση με αφορμή τα 50 χρόνια απ’τον θάνατό της! Όπως είπε ο Παριζιάνος ιερέας της εκκλησίας, Emmanuel Tois, «ήταν ένας τρόπος για να προσευχηθούμε για έναν άνθρωπο που είναι στις καρδιές όλων και επίσης ένας τρόπος για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες της». Από τις 10 Οκτώβρη 2013, χιλιάδες θαυμαστές απ’όλο τον κόσμο συρρέουν στη γειτονιά που γεννήθηκε η Edith Giovanna Gassain, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα. Με αφορμή τη συμπλήρωση των 50 χρόνων από τον χαμό της ο Charles Dumont, σήμερα 84 ετών, συνθέτης 29 τραγουδιών της ανάμεσα στα οποία και το Je ne regrette rien, θυμάται την πρώτη φορά που έπαιξε το δημοφιλές τραγούδι στην Piaf κι εκείνη του είπε: «Αλήθεια εσύ το έγραψες αυτό; …Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι πια. Αυτό το τραγούδι θα ταξιδέψει σ’ ολόκληρο τον κόσμο και θα σ’ακολουθεί μέχρι να πεθάνεις»!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου