
Ο λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου 29 χρόνια ακριβώς μετά τον θάνατο του επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, σε ένα μεγάλο σαλόνι το οποίο φιλοξενεί το Αρχείο του μαζί με την οικοσκευή του.
Όταν
στις 16 Φεβρουαρίου του 1985 μάθαμε πως ο Γιώργος Ιωάννου άφησε την
τελευταία του πνοή στην Αθήνα, παγώσαμε. Κι αυτό δεν οφειλόταν στην
εκτεταμένη χιονόπτωση που είχε μεταβάλει τη Θεσσαλονίκη σε τοπίο από τον
«Έρωτα στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη. Δεν είχε σημασία πως δεν ήμασταν
γνωστοί και φίλοι του, αλλά μας συνέδεε «ο της πόλεως έρως» - για να
παραφράσουμε τον τίτλο του βιβλίου του Ιωάννου που αναφέρεται και στον
σκιαθίτη λογοτέχνη. Ένας έρωτας για τη γενέθλια πόλη τον οποίο ο Γιώργος
Ιωάννου μέσα από τα λογοτεχνικά του βιβλία ήξερε να διδάσκει, να
υποδαυλίζει, να αναζωπυρώνει...
Η πόλη εκείνη τη χρονιά γιόρταζε τα
2.300 χρόνια από την ίδρυσή της, και να που στο έμπα της επετείου και
των εορτασμών έχανε έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες από κτίσεώς
της. Η Θεσσαλονίκη στερούνταν αιφνίδια ένα ζωντανό κομμάτι της
συνείδησής της, έναν σύγχρονο -αλλά και βυζαντινό συνάμα- χρονικογράφο
της. Οι συγγραφείς, όταν συνδέσουν το έργο τους με τα χώματά τους και το
σώμα του τόπου τους, γίνονται οι ίδιοι η ψυχή του και η δρώσα συνείδησή
του. Σε ορισμένες περιπτώσεις ταυτίζονται τόσο που δεν μπορείς να τους
ξεχωρίσεις. Κι αυτό βεβαίως προϋποθέτει αγάπη και λατρεία για τον τόπο
στα όρια του έρωτα. Και ο Ιωάννου το απέδειξε αυτό...
Το έργο του
ταυτίστηκε με την πόλη και τους ανθρώπους της: τους πρόσφυγες
-Ανατολικοθρακιώτες, Μικρασιάτες, Πόντιους- και βέβαια τους γηγενείς
Μακεδόνες, Έλληνες και Εβραίους Θεσσαλονικείς. Η παραμονή του όμως και
σε διάφορα μέρη της χώρας, αλλά και η τελική εγκατάστασή του στην Αθήνα,
του έδωσε τη δυνατότητα να γράψει και για αυτούς τους άλλους τόπους,
και ιδιαίτερα για την Αθήνα. Δεν απέφυγε να κάνει ακόμη και συγκριτικές
μελέτες μεταξύ των κατοίκων τους, ιδιαίτερα Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
Η
ιδιότυπη όμως αυτή εξορία του ποιητή και πεζογράφου ίσως συνέβαλε κι
αυτή στη διαμόρφωση μιας βαθιάς νοσταλγικής σχέσης με την πόλη, και γι’
αυτό ίσως έγραφε για αυτήν, για να ενώσει τη διαρραγείσα -κατά κάποιον
τρόπο- σχέση, ως αναζήτηση αλλά και αναπλήρωση του χαμένου χρόνου. Και
συνάμα για να μικρύνει την απόσταση ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Παιδί
ανατολικοθρακιώτικης οικογένειας ο ίδιος, έζησε τον καημό της
προσφυγιάς και τον απέδωσε σε μοναδικά αφηγήματα, μέσα στα οποία διέσωσε
όλο το κλίμα του ξεριζωμού και της προσπάθειας των πονεμένων αυτών
ανθρώπων να ριζώσουν στα χώματα της μακεδονικής γης. Ίσως γι’ αυτό
μπόρεσε και ο ίδιος να νιώσει και να αποδώσει καλύτερα από οποιονδήποτε
άλλον το δράμα του απίστευτου απανθρωπισμού, του ξεκληρισμού των Εβραίων
της Θεσσαλονίκης από τις ναζιστικές ορδές.
Εικόνες από την ίδια
περίοδο, δηλαδή την κατοχή, θα μεταφέρει μέσα στις λογοτεχνικές
συνειδησιακές του καταθέσεις και στο τελευταίο του βιβλίο, την
«Πρωτεύουσα των προσφύγων». Στο ίδιο βιβλίο, και μάλιστα έξω από το
κλίμα της εποχής, δεν θα παραλείψει να αναφερθεί ευνοϊκά και για τα
κατηχητικά στα οποία θήτευσε για πολλά χρόνια. Κάθε κείμενό του και μια
εξομολογητική κατάθεση, που ένιωθες πως αυτά τα βιώματα που μηρύκαζε
λογοτεχνικά, και τα οποία συνδέονταν και με την ευρύτερη «οικοσκευή» της
πόλης, συνέθεταν την καλύτερη εισαγωγή στη σύγχρονη ιστορία της
Θεσσαλονίκης, στην ατμόσφαιρα και τη φυσιογνωμία της, στην ίδια τη ζωή
της πόλης.
Ή ακόμη συνιστούσαν πλέον μια παράλληλη Θεσσαλονίκη,
περισσότερο φαντασιακή αλλά και συγχρόνως επισκέψιμη και κοινωνήσιμη.
Ήταν το πιο απλό και εύχρηστο μονοπάτι για να εισέλθεις στα σοκάκια της
ευρύτερης έσω πόλης. Και αυτή η επίσκεψη δεν ήταν ατομική, μονήρης...
Συμπορευτές αλλά και συγκάτοικοι στην πόλη αυτή των λογοτεχνικών
πραγματικοτήτων και βεβαιοτήτων ήταν και είναι όλοι οι αναγνώστες των
βιβλίων του. Και θα πρέπει να ομολογήσω πως μάλλον αυτούς θεωρώ και τους
πραγματικούς κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Τους αναγνώστες του Ιωάννου
αλλά και του πατριάρχη της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης Νίκου Γαβριήλ
Πεντζίκη. Τους αναγνώστες των λογοτεχνών της πόλης.
Και να που ο
Γιώργος Ιωάννου επιστρέφει δυναμικά στη Θεσσαλονίκη και ανάμεσά μας,
ανοίγει το σπίτι του και μας προσκαλεί. Σαν να ξαπόστασε αρκετά από τη
μακρόχρονη αυτοεξορία του από την πόλη, αλλά και από την αποδημία του
από τα γήινα. Και αυτή τη φορά επιστρέφει πλάι στον Γιώργο Βαφόπουλο, ο
οποίος όπως φαίνεται το είχε μεγάλο καημό που δεν τα κατάφερε να τον
προσλάβει ως συνεργάτη του στη βιβλιοθήκη του δήμου, την οποία διηύθυνε.
Οι συγγενείς του Γιώργου Ιωάννου εμπιστεύτηκαν τους ανθρώπους του
Βαφοπουλείου και αποδέχθηκαν χωρίς ιδιαίτερες επιφυλάξεις να τους
παραχωρήσουν τη μόνη του ακριβή κληρονομιά για την πόλη και τους
κατοίκους της.
Και σχετικά με τη μικρή επιφύλαξη του συγγραφέα για
το Βαφοπούλειο που αναφέρει στην «Πρωτεύουσα των προσφύγων» («Όσο για το
‘Βαφοπούλειο’ πολιτιστικό κέντρο, δεν το ξέρω, μα μου φαίνεται κάπως
παράμερο»), να είστε σίγουροι πως ο Γιώργος Ιωάννου είναι ικανός και
άξιος το απόκεντρο να το κάνει επίκεντρο της πόλης. Άλλωστε, όπως
ομολογεί και στη συνέχεια του κειμένου του: «Πάντως, μεγάλη προσφορά»!
Ακριβώς!
Συνέντευξη: Μιχάλης Μυλαράκης
Εισαγωγή-επιμέλεια-συνέντευξη: Στέλιος Κούκος skoukos@makthes.gr
Κείμενα
Θεοδώρα Λειψιστινού
Γιώργος Αναστασιάδης
Δήμητρα Ιωάννου-Μυλαράκη
Νίκος Μπακόλας
Αλμπέρτος Ναρ
Εφημερίδα «Μακεδονία»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου