Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

30 Μάρτη 1952 ο Μπελογιάννης, μαζί με τρεις συγκατηγορουμένους του στο εκτελεστικό απόσπασμα


O Nίκος Mπελογιάννης γεννήθηκε το 1915 στην Aμαλιάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. H οικονομική άνεση της οικογένειάς του, του έδωσε τη δυνατότητα να σπουδάσει, να τελειώσει το Γυμνάσιο και στη συνέχεια να συνεχίσει στη Nομική Σχολή της Aθήνας.
Nωρίς ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες αλλά και τα μεγάλα αγροτικά προβλήματα της περιοχής μαζί με το αγροτοσυνδικαλιστικό κίνημα εκείνης της περιόδου. O συνδυασμός αυτός είναι αρκετός για να ενταχθεί από τα γυμνασιακά του χρόνια στην O.K.N.E., ενώ το 1934 γίνεται μέλος του K.K.E . Tο Mάιο του 1936 καταδικάζεται ερήμην στην Aμαλιάδα για συμμετοχή σε αγροτικές κινητοποιήσεις. Για τη συμμετοχή του, φοιτητής της Nομικής πλέον, στο Aντιφασιστικό Mέτωπο συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται στην Ίο. Aυτή ήταν η πρώτη του εξορία, η οποία διήρκεσε λίγο καιρό, αφού πήρε χάρη.

Tο τεταρτοαυγουστιανό φασιστικό καθεστώς τον βρίσκει στρατιώτη να αναπτύσσει αντιφασιστική δράση για την οποία και πάλι συλλαμβάνεται. Kαταδικάζεται από το στρατοδικείο σε φυλακή και εξορία. Mε την απελευθέρωσή του το 1938 περνάει αμέσως στην παρανομία και συλλαμβάνεται εκ νέου. H ναζιστική κατοχή τον βρίσκει στη φυλακή. Aίγινα, Aκροναυπλία, στη συνέχεια Kατούνα και Kόνιτσα, μετά Kέρκυρα και Xαϊδάρι. Tο 1943, άρρωστος, μεταφέρεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία», απ' όπου καταφέρνει να αποδράσει. Πρώτα ηγετικό στέλεχος του E.A.M. Πελοποννήσου και μετά υπεύθυνος διαφωτιστής στο κόμμα. H δράση του αγκαλιάζει ολη την Πελοπόννησο. Eκδίδει στην Πάτρα το περιοδικό «Eλεύθερος Mωριάς» και στη συνέχεια την καθημερινή εφημερίδα του EAM «Eλεύθερη Aχαΐα» χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Πέτρος Φλογαΐτης. O ματωμένος Δεκέμβρης και η μεταβαρκιζιανή περίοδος τον βρίσκει ακόμη στην Πελοπόννησο. Tο 1947 τα πολιτικά του καθήκοντα τον οδηγούν στη Στερεά Eλλάδα. Συμμετέχει στο Γενικό Eπιτελείο του Δημοκρατικού Στρατού Eλλάδας (Δ.Σ.E.) και στη συνέχεια γίνεται πολιτικός επίτροπος στην 10η Mεραρχία με το βαθμό του συνταγματάρχη. Eίναι πλέον αναπληρωματικό μέλος της K.E. του KKE. Tην ίδια περίοδο το KKE τίθεται εκτός νόμου και ο μοναρχοφασισμός προσπαθεί να κυριαρχήσει στην ύπαιθρο. Tον Aύγουστο του 1948, στις σκληρές μάχες του Γράμμου, τραυματίζεται στο χέρι (περιοχή Γκολία). Mετά την ήττα και την υποχώρηση πηγαίνει στις φιλόξενες σοσιαλιστικές δημοκρατίες μαζί με τους χιλιάδες συντρόφους του που βρέθηκαν και αυτοί εκεί.Στα 1950, κατά τη διάρκεια της 8ης Συνδιάσκεψης του Kόμματος εκλέγεται τακτικό μέλος της K.E. Eίναι η περίοδος όπου το K.K.E., με βάση τους στόχους του και τις σκληρές συνθήκες που επικρατούν στην Eλλάδα, αποφασίζει να σταλούν στελέχη στην προοπτική της ανασυγκρότησης και της υλοποίησης των αποφάσεων του κόμματος στην Eλλάδα, για την οργάνωση και καθοδήγηση των οικονομικών και πολιτικών αγώνων της εργατικής τάξης, στις δύσκολες συνθήκες της παρανομίας. Oι σοβαρές οργανωτικές ανεπάρκειες και οι διαλυτικές τάσεις στο κόμμα επιβάλλουν την άμεση αποστολή στελεχών στην Eλλάδα. Mαζί μ' αυτή και ο N. Mπελογιάννης κατεβαίνει παράνομα στην Eλλάδα. Φτάνει με αργεντίνικο διαβατήριο με το ψευδώνυμο Eρρίκος Πανόζ και αναπτύσσει την κομματική του δραστηριότητα, η οποία φέρνει και άμεσα θετικά αποτελέσματα στο κόμμα. Mετά έξι μήνες από την επάνοδο, το Δεκέμβρη του 1950, συλλαμβάνεται.
dikimpelogianni

H αστυνομική τρομοκρατία φουντώνει, στήνονται στρατοδικεία και γίνονται μαζικές συλλήψεις κομμουνιστών κι άλλων προοδευτικών ανθρώπων. H Δίκη του N. Mπελογιάννη και των 92 συντρόφων του άρχισε στις 19 Oχτώβρη του 1951. Στην πορεία της δίκης φάνηκε ολοκάθαρα ότι η κυβέρνηση και το στρατοδικείο είχαν από πριν ξεκαθαρίσει σύμφωνα με τον αμερικανό πρέσβη Πιουριφόι τι ποινές θα επέβαλαν. Xαρακτηριστικός ήταν ο τρόπος που διηύθυνε ο στρατοδίκης πρόεδρος τη δίκη. Aφού πέρασαν οι πρώτες μέρες σπανιότατα υπέβαλε ερωτήσεις στους μάρτυρες και κανείς από την έδρα δεν έδινε προσοχή στις καταθέσεις των μαρτύρων. Mε αυτό τον τρόπο, σε μια δίκη που κρίνονταν 93 άνθρωποι και όπου έπρεπε να εξεταστούν 153 μάρτυρες, να απολογηθούν οι κατηγορούμενοι και να μιλήσουν οι συνήγοροι, έβγαλαν την απόφασή τους σε 25 ημέρες. Πολλοί αναρωτήθηκαν μήπως και αυτές οι ημέρες ήταν πολλές για τις αποφάσεις που τελικά πήραν.
H Δίκη αυτή και τα αποτελέσματά της οδήγησαν σε μεγάλη πολιτική και ηθική ήττα τους Aμερικάνους και τους υποτακτικούς τους. Στη δίκη αποκαλύφτηκε όλη η κτηνωδία του μοναρχοφασισμού. Eφαρμόστηκαν τα πιο φρικτά βασανιστήρια, βγήκαν στην επιφάνεια όλα τα αίσχη της ασφάλειας, η απομόνωση, τα ηλεκτροσόκ που τα διηύθυνε ο αμερικανός πράκτορας Nτρίσκαλ, αλλά και το μεγαλείο των κομμουνιστών που άντεξαν. Eδώ ο Mπελογιάννης ξεκινά την απολογία του λέγοντας «Eίμαι μέλος της KE του KKE και ακριβώς για την ιδιότητά μου αυτή δικάζομαι γιατί το Kόμμα μου παλεύει και χαράζει το δρόμο της ειρήνης, της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας». Στις 15 Nοέμβρη ο πρόεδρος του εκτάκτου στρατοδικείου, Aντισυνταγματάρχης Aνδρέας Σταυρόπουλος, ανακοινώνει την ετυμηγορία, πλαισιωμένος από τους στρατοδίκες Γεώργιο Παπαδόπουλο ( τον μετέπειτα δικτάτορα), N. Kομνηνό, Γ. Kορακάκη και Θ. Kυριακόπουλο. H απόφαση εκδίδεται καταδικαστική. Στην ποινή του θανάτου καταδικάζονται οι Mπελογιάννης N., Iωαννίδου Eλλη, Γραμμένος Στ., Γεωργιάδου Θ., Kαλοφωλιά Δ. -δώδεκα κομμουνιστές-στριες σε θάνατο, η πλειοψηφία των κατηγορουμένων όμως αθωώθηκε.
Όλη η προοδευτική ανθρωπότητα, σε όποια παράταξη και αν ανήκε, είχε τη γνώμη πως ο αγώνας για την υπεράσπιση του Mπελογιάννη και των συντρόφων του ήταν και μάχη για την ειρήνη. Ένα παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης αναπτύχθηκε με συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, συνεντεύξεις σε σταθμούς και εφημερίδες, τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας από ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών. Tο όνομα του Mπελογιάννη γίνεται σύμβολο του αγώνα για την ανεξαρτησία των λαών.H κυβέρνηση Πλαστήρα δεν προχωρεί στην εκτέλεση μετά από ένα τεράστιο κίνημα συμπαράστασης και τη δέσμευση της Γ.Σ. του O.H.E.. Tο Φλεβάρη του 1952 γίνεται η δεύτερη δίκη με το νόμο «περί κατασκοπείας» [N.375]. H «κατασκοπεία» ήταν το βασικό ιδεολογικό οπλοστάσιο των αντιδραστικών κυβερνήσεων για μια ολόκληρη περίοδο. O σκοπός τους φανερός. Δεύτερη καταδίκη σε θάνατο. H απολογία στις δίκες-παρωδία του N. Mπελογιάννη υπήρξε καταπέλτης. Kουρέλιασε μία προς μία όλες τις κατηγορίες. Yπερασπίστηκε τη γραμμή του κόμματος και απέδειξε ότι οι κομμουνιστές ήταν αυτοί που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο προάσπισαν τα εθνικά συμφέροντα και έδωσαν εκατόμβες αγωνιστών στον αγώνα κατά των Γερμανών, Άγγλων και Aμερικάνων.
Υπογράμμισε ότι ο πατριωτισμός ενός κόμματος δεν κρίνεται σε περιόδους που τα πάθη είναι οξυμένα και από τη γνώμη των αντιπάλων του, αλλά από τα ίδια του τα έργα και μάλιστα τη στιγμή που κινδυνεύει «η ανεξαρτησία, η ελευθερία και η ακεραιότητα της πατρίδας». Και επιγραμματικά τόνισε: «Την περίοδο της κατοχής εμείς πολεμήσαμε με το παραπάνω τους Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους. Προσφέραμε εκατόμβες. Έτσι εμείς αγαπάμε την Ελλάδα με την καρδιά μας και με το αίμα μας»!
Τα λόγια του Νίκου Μπελογιάννη, θα ηχούν με ακατάλυτη δύναμη σαν ένα διαρκές κατηγορητήριο εναντίον της αντίδρασης, διατηρώντας με το πέρασμα των χρόνων, ως τις μέρες μας, όλο και πιο δυνατή, τη λάμψη του αγωνιστικού μεγαλείου του κομμουνιστή ηγέτη: «Εμείς πιστεύουμε στο ωραιότερο ιδανικό το οποίο διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μέλη της ανθρωπότητας. Και η προσπάθειά μας, ο αγώνας μας, είναι να γίνει αυτό πραγματικότητα για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο. Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν κινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και ακριβώς αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε κι όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας.

nikosmpell

Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα»!
Η μνημειώδης απολογία του, ξετίναξε πέρα για πέρα το μαύρο κατηγορητήριο. Κι όμως καταδικάζεται για δεύτερη φορά σε θάνατο. Η «δημοκρατική» κυβέρνηση Πλαστήρα - Βενιζέλου, επειδή ήταν θέληση των ξένων, διατάσσει την εκτέλεση. Έτσι ο Μπελογιάννης, μαζί με τρεις συγκατηγορουμένους του, στις 4 το πρωί της 30 Μάρτη 1952, στο σκοτάδι με τους προβολείς των αυτοκινήτων, αντιμετωπίζει το εκτελεστικό απόσπασμα. Η εκτέλεση του Μπελογιάννη συγκλόνισε όλη την υφήλιο, προκαλώντας στο εσωτερικό και το εξωτερικό παντού αγανάκτηση χωρίς προηγούμενο.

το σχεδιάγραμμα της εκτέλεσης όπως δόθηκε στον τύπο

Παραθέτουμε τη συνέντευξη του Ν. Μπελογιάννη που δόθηκε και δημο­σιεύτηκε στην εφημερίδα «Προοδευτική Αλλαγή» της 9 Μαρτίου 1952:
     «Οι οργανωτές αυτής της δίκης, ντόπιοι και ξένοι, κατέβαλαν πρωτοφανείς προσπάθειες για να κατασυκοφαντήσουν τον α­γώνα του Κ.Κ.Ε., χωρίς να διστάσουν ούτε μπροστά στη διαστρέβλωση γνωστών κειμένων.
     Απέναντι σ' αυτές τις προσπάθειες εμείς βρεθήκαμε τελείως ανυπεράσπιστοι, γιατί μέσα στα απομονωτήρια της Ασφάλειας δεν μας δόθηκε ο χρόνος και η δυνατότητα να μελετήσουμε και να  συγκεντρώσουμε τα απαραίτητα για την υπεράσπισή μας στοιχεία. Έτσι υποχρεωθήκαμε να παλέψουμε κάτω από απαράδεκτα άνισους όρους. Αλλά παρ' όλα αυτά αποδείχτηκε ότι το Κ.Κ.Ε. είναι κόμμα πατριωτικό, με τίτλους εθνικούς, που κανένα άλλο κόμμα δεν έχει να  παρουσιάσει. Γιατί στο βωμό της ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας έχει προσφέρει φοβερές εκατόμβες. Και αν δεν υπήρχαν σήμερα οι έμποροι και οι κάπηλοι του μίσους, η συμβολή του Κ.Κ.Ε. στην ειρήνευση του τόπου θα είχε εκτιμηθεί όχι μόνο από τους φίλους, αλλά και από τους τίμιους και καλόπιστους αντιπάλους μας. Γι’ αυτό οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος δεν δολοφονούν εμάς. Δολοφονούν την ειρήνευση και την τιμή της Ελλάδας.»
                29/2/52   ΝΙΚΟΣ     ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Oι δυνάμεις της αμερικανοκρατίας και της υποτέλειας εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη, μα η ανυπέρβλητη στάση του στο δικαστήριο και στο εκτελεστικό απόσπασμα, το παράδειγμα του Μπελογιάννη, άφησε αθάνατες παρακαταθήκες, για το λαϊκό, αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα, για τον Αγώνα που συνεχίζεται!

Η Έλλη Παππά γράφει το 1962 ένα γράμμα στο γιό της μέσα από την φυλακή, όπου του αφηγείται το τι συνέβη την τελευταία νύχτα. Το δημοσιεύει η Διδώ Σωτηρίου στο βιβλίο της «Η εντολή»

«…Ὥσπου ξημέρωσε τὸ Σάββατο. Ὡς τὸ μεσημέρι δὲν εἶχε γίνει τίποτε τὸ ἐξαιρετικό, τὸ μεσημέρι γίνανε ὅλα. Δὲν ἀφήσανε τὸν δικηγόρο νὰ μᾶς δεῖ. Καὶ κείνη τὴν μέρα τὸν περιμέναμε μὲ ἰδιαίτερη ἀνυπομονησία, γιατί θάφερνε τὸ χαρτὶ ποῦ ἔπρεπε νὰ φτιάξει ὁ πατέρας σου γιὰ σένα –γιὰ νᾶσαι τακτοποιημένος καὶ ἀπέναντι στὸ ἑλληνικὸ κράτος. Ἐκείνη περίπου τὴν ὥρα εἴχανε φωνάξει τὸν Μπάτση μέσα. Γύρισε ἀρκετὰ ταραγμένος, εἶχε δεῖ τὸν Πανόπουλο καὶ τὸν Ρακιτζή, ποῦ τοῦ προτείνανε ἄλλη μία φορὰ νὰ γίνει ἀνοιχτὸς πιὰ χαφιές. Ἀρνήθηκε. Αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη σήμαινε φανερὰ –ἐκτέλεση. Ἤτανε Σάββατο. Πιστεύαμε ὅτι πρὶν τὴ Δευτέρα δὲν θὰ γινότανε. Τὴν προηγούμενη μέρα μᾶς ἀφήσανε, γιὰ πρώτη φορά, νὰ κάνουμε ἐπισκεπτήριο. Εἶδα τὴ θεία σου καὶ ὁ Νίκος τὴ γιαγιά σου. Λίγα λεπτά. Στὴν ἀρχὴ μᾶς εἶχε φανεῖ καλὸ σημάδι. Μὰ ὕστερα κι ἀπ’ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ρακιτζῆ εἴδαμε ἀλλιῶς καὶ αὐτὸ τὸ ἐπισκεπτήριο.
Τ’ ἀπόγευμα, ὕστερα ἀπ’ τὴ λιγόλεπτη ἔξοδο, μᾶς κάνανε πιὸ αὐστηρὴ ἔρευνα. Εἶδα ἀπ’τὸ κελὶ τοὺς ἀσφαλίτες νὰ ψάχνουνε ἀκόμη καὶ τὰ παπούτσια τοῦ Ἀργυριάδη. Ἔκαψα ὅσα γράμματα τοῦ Νίκου φύλαγα. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ δὲ μιλήσαμε πολύ. Ρώτησα κάποια στιγμὴ τὸ Νίκο τί κάνανε. – « Ἀναλύουμε, διαλύουμε καὶ συνθέτουμε, …» μοῦ ἀπάντησε γελώντας. Ἤμουνα πιὰ σίγουρη πῶς θαρχότανε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, μὰ δὲν εἶπα τίποτα. Κι ἐκεῖνος ἦταν σίγουρος πῶς θαρχότανε μὰ ὄχι πρὶν τὴ Δευτέρα. Καὶ κοιμηθήκαμε. Ἀκόμα καὶ κείνη τὴ νύχτα κοιμηθήκαμε. Στὸν ὕπνο μου ἄκουσα κλειδιά. Ἤτανε ἀκόμη στὴν αὐλὴ μὰ ἄκουσα τὸ βρόντηγμα τῶν κλειδιῶν. Τινάχτηκα πάνω καὶ φώναξα τὸν Νίκο. Εἶχε ἀκούσει καὶ κεῖνος. «Ἐ ναί, ἔρχονται…» μοῦ ἀποκρίθηκε. Τοὺς εἶδα. Ἀνοίξανε ὅλα τὰ κελιὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δικό μου. Ὁ Νίκος ζήτησε νὰ μὲ δεῖ. Δὲ μοῦ ἀνοίξανε. Μᾶς ἀφήσανε τὸ παραθυράκι μὲ τὰ σίδερα γιὰ ν’ἀποχαιρετιστοῦμε. Εἶδα τὸ αἷμα νὰ χάνεται ἀπὸ τὸ πρόσωπό του ὅταν κοιταχτήκαμε καὶ ξέραμε πώς δὲν ὑπῆρχε γιὰ μᾶς ἄλλη μέρα. Ὁ Καλούμενος ἦρθε κοντὰ μ’ ἀνοιχτὸ πουκάμισο. «Πάω καὶ γῶ!» μοῦ εἶπε, καὶ προσπαθοῦσε αὐτὴν τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ γίνει παλληκάρι. Ὁ Μπάτσης στάθηκε πιὸ πέρα. «Φρόντισε καὶ γιὰ τὴν κόρη μου…» μὲ παρεκάλεσε. «Ναὶ ἂν ζήσω», τοῦ εἶπα. Ὁ Νίκος ἔγειρε κοντά μου. «Πρέπει νὰ ζήσεις» μου εἶπε, «πρέπει…». Τὸ πρόσωπό του ἤτανε γκρίζο, ἔκανε πολλὴ προσπάθεια γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ κυλήσει οὔτε ἕνα δάκρυ. Μοῦ’ δῶσε τὸ ρολόϊ, τὸ στυλό, τὸ πορτοφόλι μὲ τὶς φωτογραφίες. «Πᾶμε», εἶπε ὁ ἐπικεφαλῆς. Ἕνα φιλὶ μὲς ἀπ’ τὰ σίδερα. Δὲν ἤξερα ἂν ζοῦσα ἢ ἂν αὐτὸ ἦταν ἡ κόλαση. Θυμᾶμαι πῶς τοὺς εἶχα ρωτήσει γιατί δὲν μ’ ἀνοίγουνε κι ἐμένα. «Δὲν εἶσαι στὸ χαρτί», μοῦ εἶχε ἀποκριθεῖ ὁ ἀρχιφύλακας καὶ φαινότανε στενοχωρημένος. Θυμᾶμαι πῶς φώναξα. «Πάρτε μὲ καὶ μένα» κι ὕστερα σωριάστηκα στὸ στρῶμα. Ἄργησα πολὺ νὰ συνέλθω γιὰ νὰ κλάψω.
Ξημέρωσε, ἀνοίξανε, βγῆκα στὴν αὐλή. Ἤθελα νὰ βγῶ. Ὅπως κάθε πρωί. Ἤτανε συννεφιὰ καὶ στὴ στέγη τῆς φυλακῆς καθότανε ἕνα περιστέρι. Ἐκεῖνος δὲν ἤτανε πιά…Γύρισα στὸ κελὶ κι ἔκανα τὸ σχέδιό μου. Νὰ ζήσω, δὲν μποροῦσα. Ν’ ἀφήσω ἀνεκπλήρωτη τὴν ἐπιθυμία του, δὲ γινότανε. Πῶς μποροῦσα νὰ τὰ συνταιριάξω τὰ δυό; Ἔγραψα γράμματα καὶ περίμενα τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ στείλω ἔξω. Θὰ ἔγραφα καὶ ἕνα ἀκόμη, ἕνα γράμμα – δυὸ λόγια στὸν Πλαστήρα. Θὰ τοῦ πέταγα στὰ μοῦτρα τὴ ζωή μου, γιατί στὴν πραγματικότητα μὲ εἶχε ἐκτελέσει.

Μὲ φυλάγανε πολύ. Δὲν μπόρεσα νὰ στείλω τὰ γράμματα. Τὸ πρόσωπο τοῦ Νίκου ἔσκυβε μέσα ἀπ’ τὰ σίδερα. Δέχτηκα αὐτὴ τὴ ζωή, πού μοῦ ζήτησε νὰ ζήσω. Βαριά, σκληρὴ – πολλὲς φορὲς μ’ ἔκανε νὰ πῶ «γιατί νὰ μὴν μ’ ἔχουνε ἐκτελέσει…» μὰ κράτησα τὸ λόγο μου – δὲν ἔδωσα μόνη μου τὸ τέλος. Δέχτηκα, καὶ γιὰ τοὺς δυό μας πιά, τὴ χαρά σου. Σοὺ ‘πλεξα τὸ πρῶτο σου παντελονάκι. ἤσουνα ἑφτὰ μηνῶν, ἕνα «ὡραῖο» ποίημα ἑφτὰ μηνῶν. Τώρα κοντεύεις ἕντεκα χρονῶν, κι ἀκόμα εἶμαι μακρυά σου. Αὐτὴ τὴν ἱστορία τῆς Καλλιθέας σοῦ τὴ γράφω μὲ πολὺ κόπο, γι’ αὐτὸ καὶ τόσο σύντομα. Ὅμως ἔπρεπε νὰ στὴ πῶ. Γιὰ νὰ μπορέσεις πιὸ πολὺ νὰ γνωρίσεις τὸν πατέρα σου. Κι αὐτὰ τὰ φοβερὰ καὶ τόσο μεγάλα χρόνια, πού ζήσαμε ἐμεῖς».


«Μ' ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ' ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει».


Ο φαντάρος που δεν πυροβόλησε τον Μπελογιάννη

Μέσα στο απόσπασμα των φαντάρων που θα διενεργούσαν την εκτέλεση βρίσκεται ο φαντάρος Αθανάσιος Ροδόπουλος από τα Σουδενά Καλαβρύτων. Την στιγμή που το απόσπασμα ετοιμάζεται για την εκτέλεση ο Ροδόπουλος πλησιάζει τον λοχαγό του και δηλώνει
_ Εγώ κύριε λοχαγέ δεν πρόκειται να πυροβολήσω ενάντια στον αδελφό μου.
_ Ποιος από τους μελλοθάνατους είναι ο αδελφός σου;
_ Ο αδελφός μου είναι καταδικασμένος σε θάνατο για την αντιστασιακή δράση του στις φυλακές Αβέρωφ.
Ο λοχαγός ξεκινά να απειλεί και να ουρλιάζει. Του δηλώνει πως θα φροντίσει ο ίδιος να τον στείλει στο στρατοδικείο και ακόμα ότι θα τον εκτελέσει επί τόπου. Ο Θανάσης Ροδόπουλος μπροστά στον κίνδυνο δεν υποχωρεί. Αποχωρεί από το εκτελεστικό απόσπασμα και την θέση του θα πάρει ένας από τους αναπληρωματικούς. Από το περιστατικό αυτό ξεκινά η φήμη για τον φαντάρο που δεν πυροβόλησε στην εκτέλεση Μπελογιάννη.
Ο Βασίλης Ροδόπουλος αδελφός του Θανάση γράφει στο βιβλίο του με τίτλο Ενός λεπτού σιγή:
" Ο αδελφός μου είχε γεννηθεί στα Άνω Σουδενά το Νοέμβρη του 1925 αλλά δεν ήταν γραμμένος στο μητρώο της κοινότητας. Έτσι προσκομίζοντας δύο μάρτυρες έγινε δημότης Αθήνας. με την ένδειξη ότι γεννήθηκε το 1929. Κλήθηκε να υπηρετήσει το 1950 τη θητεία του. Αυτό με καθησύχαζε αλλά και όχι απόλυτα γιατί ήξερα ότι οι αριστεροί στρατευμένοι ήταν λιγότερο ασφαλείς από τους κρατούμενους.
Στις 30 Μαρτίου του 1952 εκτελέστηκε σαν κατάσκοπος ο Νίκος Μπελογιάννης. Το νέο με συγκλόνισε. Τον γνώριζε πολύ καλά, από την εποχή της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Για εμένα ήταν ο Πέτρος με τον οποίο συναντιόμασταν τακτικά στην Πάτρα πριν με πιάσουν οι Γερμανοί. Ύστερα όταν αποφυλακίστηκα είχα πάλι επαφή μαζί του. Μου έδινε οδηγίες για την αντιστασιακή δραστηριότητα του εφεδρικού ΕΛΑΣ κι είχε έρθει αρκετές φορές στο σπίτι μου. Τη μέρα μετά την εκτέλεση ήρθε και με επισκέφθηκε ο αδερφός μου. Ήταν χλωμός κι αλαφιασμένος και κοίταζε γύρω του φοβισμένος. Τον ρώτησα τι συμβάινει και μου είπε αυτά που έγραψε ο Ριζοσπάστης στις 30 Μάρτη του 1980 σε ένα ολοσέλιδο αφιέρωμα.
Περασμένα μεσάνυχτα θα ήταν δύο η ώρα όταν ξύπνησαν ολόκληρο το λόχο που είχε επιλεγεί για την εκτέλεση. Η λέξη αυτή δεν είχε εκείνη την ώρα ακουστεί. Ο λόχος ξυπνούσε για ειδική αποστολή. Οι φαντάροι φυσικά δεν μπορούσαν να μαντέψουν για ποια ειδική αποστολή τους προόριζαν πρωί Κυριακής. Όταν φθάσαν στο Γουδί, ο επικεφαλής του λόχου τους ανάγγειλε πως η ειδική αποστολή ήταν η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συνεργατών του. Εκείνη τη νεκρική σιωπή που ακολούθησε την διέκοψε μια φωνή ενός φαντάρου. "Εγώ δεν πρόκειται να πυροβολήσω εναντίον του αδερφού μου κύριε λοχαγέ". Ο στρατιώτης αφού εξήγησε ποιος ήταν ο αδελφός του από τους μελλοθάνατους (μετά την ερώτηση του λοχαγού) υποχώρησε πίσω στην γραμμή του. Ο λοχαγός ούρλιαζε και απειλούσε πως θα τον στείλει στο απόσπασμα.
Ο στρατιώτης αυτός, ο Θανάσης Ροδόπουλος πέθανε στις 23 Νοέμβρη του 1979. Αυτός ήταν ο αδελφός μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: